
Πρόκειται, όπως γράφει ο ιταλικός τύπος, «για έναν από τους πληρέστερους καλλιτέχνες της εποχής μας, ο οποίος είχε ασχοληθεί με επιτυχία και με την λογοτεχνία και την σκηνογραφία, ενώ ήταν και θιασάρχης».
«Αντισυμβατικός, με μοναδικό ταλέντο στον αυτοσχεδιασμό, ο Ντάριο Φο είχε αναπτύξει και εντονότατη πολιτική δράση: στην δεκαετία του ’70 είχε στηρίξει, μεταξύ, των άλλων, τον αγώνα των Ελλήνων αντιστασιακών κατά της χούντας των συνταγματαρχών».
Το 1969 είχε υπερασπισθεί τον Ιταλό αναρχικό Tζουσέπε Πινέλλι, ο οποίος είχε κατηγορηθεί αδίκως για θανατηφόρα βομβιστική έκρηξη στο Μιλάνο. Ο Πινέλι έπεσε από παράθυρο της αστυνομικής διεύθυνσης του Μιλάνου κατά την διάρκεια της ανάκρισής του και μεγάλο μέρος της ιταλικής κοινής γνώμης, αλλά και τον διανοουμένων , υποστήριξε με έμφαση ότι ο θάνατός του δεν οφειλόταν σε αυτοκτονία. Ο Φο, για την όλη αυτή ιστορία αποφάσισε να γράψει το έργο- καταγγελία «Ο Τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού».
Στην Ελλάδα, συνεργάστηκε με το Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν, που πρώτο ανέβασε το έργο «Ισαβέλα τρεις καραβέλλες και ένας παραμυθάς», την περίοδο 1974-1975.
«Είχα υπερβολική τύχη στη ζωή μου. Όλα όσα πήγαιναν στραβά, οι κρίσεις, οι καταστροφικές στιγμές ανατρέπονταν πάντα» έλεγε. «Βρέθηκα μετατοπισμένος από τους ανέμους προς διαφορετικούς ορίζοντες, με αλλαγές, με νέα πράγματα. Δεν μετανιώνω για τίποτα».
Ο Ντάριο Φο γεννήθηκε στις 24 Μαρτίου του 1926, στο Λεγκιούνο-Σαντζιάνο, στην επαρχία του Βαρέζε. Ο πατέρας του Φελίτσε ήταν διευθυντής των ιταλικών σιδηροδρόμων και η οικογένεια άλλαζε συχνά σπίτι λόγω των μεταθέσεων του. Ο Φελίτσε ήταν επίσης ερασιτέχνης ηθοποιός και σοσιαλιστής. Ο Ντάριο έμαθε την τέχνη της διήγησης απ’ την γιαγιά του και από Λομβαρδούς ψαράδες και φυσητές γυαλιού.
Το 1940, μετακόμισε στο Μιλάνο για να σπουδάσει αρχιτεκτονική στη Brera Art Academy, αλλά ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος τού χάλασε τα σχέδια. Η οικογένειά του πήρε μέρος στην αντιφασιστικό αγώνα και λέγεται πως βοηθούσε τον πατέρα του να φυγαδεύει πρόσφυγες και στρατιώτες των Συμμάχων στην Ελβετία. Κοντά στο τέλος του πολέμου, ο Φο στρατολογήθηκε στο στρατό της Δημοκρατίας του Σαλό, αλλά δραπέτευσε και κατάφερε να κρυφτεί για το υπόλοιπο του πολέμου. Μετά τον πόλεμο, συνέχισε τις σπουδές αρχιτεκτονικής στο Μιλάνο. Εκεί αναμείχθηκε με τα λεγόμενα μικρά θέατρα {teatri piccoli), στα οποία άρχισε να παρουσιάζει τους αυτοσχέδιους μονολόγους του. Το 1950 άρχισε να εργάζεται στο θέατρο του Φράνκο Παρέντι, και σταδιακά εγκατέλειψε την εργασία του ως βοηθός αρχιτέκτονα.
Το 1950 άρχισε να εργάζεται στο θέατρο του Φράνκο Παρέντι, και σταδιακά εγκατέλειψε την εργασία του ως βοηθός αρχιτέκτονα.
Το 1951 ο Φο συναντάει τη Φράνκα Ράμε, γόνο θεατρικής οικογένειας, με την οποία παντρεύτηκε στις 24 Ιουνίου 1954. Ο γιος τους Τζάκοπο, γεννήθηκε στις 31 Μαρτίου του ίδιου έτους. Το 1959 γυρίζουν στο Μιλάνο και ιδρύουν τη θεατρική ομάδα Ντάριο Φο—Φράνκα Ράμε. Ο Φο έγραφε σενάρια, έπαιζε, σκηνοθετούσε, και σχεδίαζε τα κουστούμια και τα σκηνικά, ενώ συνέβαλλε και σε παραγωγές του Ντίνο ντε Λαουρέντις.
Έκανε 18 σατιρικούς μονολόγους όπου μετέτρεπε βιβλικές ιστορίες σε πολιτική σάτιρα.
Το 1953 γράφει και σκηνοθετεί το σατιρικό έργο «Δάχτυλο στο μάτι». Μετά από αρχική επιτυχία, η κυβέρνηση και η εκκλησία αντιδρούν και εν συνεχεία η θεατρική ομάδα με δυσκολία έβρισκε θέατρο όπου μπορούσε να παίξει. Παρ’ όλα αυτά, το έργο έτυχε θερμής υποδοχής απ’ το κοινό.
Οι επιτυχίες ξεκινούν το 1960 με το «Οι Αρχάγγελοι δεν Παίζουν Φλίπερ» στο θέατρο Οντεόν του Μιλάνο. Το 1961 τα θεατρικά έργα του αρχίζουν να παίζονται σε Σουηδία και Πολωνία.
Το 1962 γράφει και σκηνοθετεί την εκπομπή Καντσονίσιμα στη RAI. Ωστόσο, ένα επεισόδιο για δημοσιογράφο που σκοτώθηκε από τη Μαφία ενόχλησε τους πολιτικούς που είχε ως συνέπεια ο Φο και η Ράμε να λάβουν απειλές κατά της ζωής τους και να μπουν κάτω από αστυνομική προστασία. Απαγορεύεται η εμφάνισή τους στη RAI για τα επόμενα 15 χρόνια. Συνεχίζουν να παίζουν στο Οντεόν.
Το 1962 το έργο τους για τον Χριστόφορο Κολόμβο ενοχλεί ακροδεξιές ομάδες και προκαλεί βίαιες επιθέσεις. Το ιταλικό κομμουνιστικό κόμμα τούς προμηθεύει σωματοφύλακες.
Το La Signora e da buttare (1967) είχε σχόλια για τον πόλεμο του Βιετνάμ, τον Λη Χάρβεϊ Όσβαλντ και τη δολοφονία του Κένεντι. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ το θεώρησε ασέβεια προς τον πρόεδρο Τζόνσον, και ο Φο δεν μπορούσε να βγάλει αμερικανική βίζα για πολλά χρόνια μετά.
Ακολουθεί ο Τυχαίος Θάνατος ενός Αναρχικού (1970) με κριτική στην κατάχρηση εξουσίας του συστήματος δικαιοσύνης και «αφορμή» την τρομοκρατική επίθεση από ακροδεξιούς στην Εθνική Αγροτική Τράπεζα (Banca Nazionale dell’Agricoltura) στο Μιλάνο.
παλαιστινιακά εδάφη με πραγματικά στελέχη της PLO στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Στις 8 Μαρτίου του 1973, μια νεοφασιστική ομάδα απήγαγε τη Φράνκα Ράμε, την βασάνισε και την βίασε. Η Ράμε επέστρεψε στη σκηνή μετά από δύο μήνες με νέους αντιφασιστικούς μονολόγους.
Αργότερα τον ίδιο χρόνο, η ομάδα του Φο κατέλαβε ένα εγκαταλελειμμένο εμπορικό κτίριο στο κέντρο του Μιλάνο και το ονόμασε Παλατάκι Liberty (Ελευθερία) (Palazzina Liberty). Άνοιξαν το Σεπτέμβρη με το Λαϊκός Πόλεμος στη Χιλή (Guerra di popolo in Cile).
Ο Φο συνελήφθη όταν προσπάθησε να αποτρέψει την αστυνομία να σταματήσει την παράσταση.
Το έργο του Δεν πληρώνω! Δεν πληρώνω! (1974) ήταν μια φάρσα για το κίνημα αυτοδιαχείρισης όπου γυναίκες (και άντρες) έπαιρναν ότι ήθελαν από την αγορά, πληρώνοντας μόνο ότι μπορούσαν.
O Ντάριο Φο είχε αναπτύξει και εντονότατη πολιτική δράση: στην δεκαετία του '70 είχε στηρίξει, μεταξύ, των άλλων, τον αγώνα των ελλήνων αντιστασιακών κατά της χούντας των συνταγματαρχών. Το 1969 είχε υπερασπισθεί τον Ιταλό αναρχικό Tζουσέπε Πινέλλι, ο οποίος είχε κατηγορηθεί αδίκως για θανατηφόρα βομβιστική έκρηξη στο Μιλάνο.
Ο Πινέλι έπεσε από παράθυρο της αστυνομικής διεύθυνσης του Μιλάνου κατά την διάρκεια της ανάκρισής του και μεγάλο μέρος της ιταλικής κοινής γνώμης, αλλά και τον διανοουμένων , υποστήριξε με έμφαση ότι ο θάνατός του δεν οφειλόταν σε αυτοκτονία. Ο Φο, για την όλη αυτή ιστορία αποφάσισε να γράψει το έργο- καταγγελία «ο Τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού».
Tην τελευταία περίοδο της ζωής του, ο Ιταλός σκηνοθέτης, συγγραφέας και ηθοποιός είχε αποφασίσει να στηρίξει το Κίνημα Πέντε Αστέρων του Μπέπε Γκρίλλο.
Εργογραφία
Δάχτυλο στο μάτι (Il dito nell'occhio, 1953)
Οι Αρχάγγελοι δεν Παίζουν Φλίπερ (Gli arcangeli non giocano a flipper, 1959)
Είχε δυο Πιστόλια (με Άσπρα και Μαύρα Μάτια) (Aveva due pistole dagli occhi bianchi e neri, 1960)
Αυτός που Κλέβει ένα Πόδι Έχει Τύχη στην Αγάπη (Chi ruba un piede è fortunato in amore, 1961
H Mεγάλη Παντομίμα (΄΄Grande pantomime con bandiere e pupazzi piccolo I medi΄΄), 1968
Μίστερο Μπούφο (Mistero Buffo, 1969)
Ο Εργάτης Ξέρει 300 Λέξεις το Αφεντικό 1000, Γι' αυτό Είναι Αφεντικό (L'operaio conosce 300 parole il padrone 1000 per queato lui e il padrone, 1969)
Ο Τυχαίος Θάνατος ενός Αναρχικού (Morte accidentale di un anarchico, 1970)
Φενταγίν (Fedayin, 1971)
Δεν Πληρώνω! Δεν Πληρώνω! (Non si paga, non si paga!, 1974)
Η Μαριχουάνα της Μαμάς Είναι πιο Γλυκιά (La marijuana della mamma è la piu bella, 1976)
Όλο Σπίτι, Κρεβάτι κι Εκκλησία (Tutti casa letto e chiesa, 1977)
Η Ιστορία μιας Τίγρης κι Άλλες Ιστορίες (Storia della tigre et altre storie, 1978)
Η Όπερα του Ζητιάνου, (L'opera dello sghignazzo, 1981)
Μια Μάνα (Una madre, 1982)
Το Ανοιχτό Ζευγάρι (Coppio aperta, 1983)
Ελισάβετ: Γυναίκα Κατά Λάθος (Quasi per caso una donna: Elisabetta, 1984)
Το Ημερολόγιο της Εύας (Diario di Eva, 1984)
Ένας Ήταν Γυμνός κι ο Άλλος Φόραγε Φράκο (L´uomo nudo e l´uomo in frak, 1985)
Ο Πάπας και η Μάγισσα (Il papa e la strega, 1989)
Ο Ανώμαλος Δικέφαλος (L'anomalo Bicefalo, 2003)